Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

"Αίολες αποφάσεις..."

Ένα μικρό απόσπασμα από ένα, ανέκδοτο ακόμη, μυθιστόρημα...

"Παίρνω το μπουφάν μου και φύγαμε", είπε και προχώρησε προς το υπνοδωμάτιο. Έφτασε μπροστά στη ντουλάπα και την άνοιξε. Με μια άτσαλη κίνηση προσπάθησε να τραβήξει το μπουφάν, που βρισκόταν διπλωμένο στο πάνω ράφι. Δεν υπολόγισε όμως το κουτί που βρισκόταν ακριβώς από πάνω του, το οποίο με μιας βρέθηκε στο πάτωμα, κάνοντας έναν εκκωφαντικό κρότο...
"Γαμώ τη γκαντεμιά μου" μουρμούρισε κι έσκυψε να μαζέψει το περιεχόμενο του κουτιού, που ήταν σκορπισμένο παντού. Και τότε, μέσα στα διάφορα, χαρτιά, cd, αναπτήρες και άλλα άχρηστα πλέον αντικείμενα, είδε τη φωτογραφία...
Για λίγο τα έχασε. Ένιωσε να ζαλίζεται κι έκατσε πάνω στο κρεβάτι, προσπαθώντας να ηρεμήσει και να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις του...
Την είχε ξεχάσει εντελώς εκείνη τη φωτογραφία. Γενικότερα είχε σβήσει, μετά από πολύ προσπάθεια είναι η αλήθεια, από τη μνήμη του, όλη εκείνη την περίοδο. Όμως μια στιγμή αρκεί για να επαναφέρει στην επιφάνεια μνήμες που θαρρούσες πως θα έμεναν για πάντα κρυμμένες...
Τα πάντα είχαν ξεκινήσει, αρκετά καλοκαίρια πριν, όταν είχε βρεθεί για διακοπές στην Κέρκυρα. Ναι εκεί την είχε γνωρίσει. Παραθέριζαν στο ίδιο χωριό. Και είχαν ταιριάξει αμέσως! Κοινά ενδιαφέροντα, κοινές απόψεις, κοινά σχεδόν όλα. Το ίδιο εκείνο βράδυ, το πρώτο της γνωριμίας τους, είχαν βρεθεί για ποτό στην παραλία του Λογγά -μέρος με άγρια ομορφιά και ανεπανάληπτη θέα.
Κουβέντιασαν με τις ώρες. Κι όσο μιλούσαν τόσο περισσότερο χανόταν μέσα στα μάτια της. Μέχρι που κάποια στιγμή έπαψε να έχει την αίσθηση του χρόνου. Δεν είχε πλέον για εκείνον σημασία το τι έλεγαν. Απλά την κοιτούσε, τη χάζευε και χαμογελούσε αμήχανα. 
Σύντομα, εκείνη το αντιλήφθηκε. Και τον ρώτησε: "Σου συμβαίνει κάτι; Νιώθω ότι κάπου ταξιδεύεις...".
Δεν είχε καλά καλά ολοκληρώσει τη φράση της όταν εκείνος την άρπαξε και τη φίλησε. Ένα φιλί παθιασμένο, ξεχωριστά ερωτικό. Ένα φιλί που κράτησε λίγες μόνο στιγμές, αλλά ήταν σα να διήρκεσε ώρες ολόκληρες...
Μετά, δε χρειάστηκε να πουν κάτι. Κούρνιασαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κι απόμειναν να κοιτάζουν σιωπηλοί το φεγγάρι που είχε θρονιαστεί, λες, στην κορυφογραμμή του ορίζοντα.
Όταν πια πήραν το δρόμο του γυρισμού, της είπε, μπαίνοντας στο αυτοκίνητο: "Δεν έχω ξανανιώσει πότε στη ζωή μου έτσι. Ήθελα να σε φιλήσω από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν τα βλέμματά μας. Σα να με χτύπησε κεραυνός!". Κι εκείνη του αποκρίθηκε: "Εγώ πάλι νόμιζα πως δε θα συνέβαινε ποτέ κάτι μεταξύ μας! Ένιωσα ακριβώς το ίδιο από την πρώτη στιγμή που σε είδα, αλλά μέχρι τι στιγμή που με φίλησες νόμιζα πως με έβλεπες φιλικά". Ξαναφιλήθηκαν και ο χρόνος και πάλι λες και σταμάτησε...
Μετά είχε βάλει μπρος τη μηχανή και είχε ανοίξει το ραδιόφωνο.
Οι στίχοι του τραγουδιού που έπαιζε, τους έκαναν ασυναίσθητα να χαμογελάσουν. Ήταν το ‘Σε θέλω’ του Βαγγέλη Γερμανού.

"Ξανά είχα αγαπήσει κι αρρώστησα καιρό
μα τούτο είναι φρενίτιδα και πάθος φοβερό"


                          *****************************


Ναι, φρενίτιδα και πάθος φοβερό ήταν στην κυριολεξία αυτός ο έρωτας -θυμάται τώρα.
Το υπόλοιπο καλοκαίρι -κι αυτό τώρα το θυμήθηκε- πέρασε με τους δυο τους να μην ξεκολλούν ο ένας από τον άλλον... Ήταν υπέροχες στιγμές, μα την αλήθεια...
Κι έπειτα….
Έφτασε κάποτε ο καιρός της επιστροφής στη ρουτίνα της πολύβουης Αθήνας. Όμως, αυτό δεν επηρέασε στο ελάχιστο τη σχέση τους. Όλα ήταν υπέροχα.
Ώσπου…
Παραμονή Πρωτοχρονιάς ήταν κι ετοιμάζονταν να πάνε ν' αλλάξουν το χρόνο με κάτι φίλους. Λίγο πριν φύγουν, εκείνος, χωρίς η αλήθεια είναι να το σκεφτεί και πολύ, της το πέταξε: "Ξέρεις, σκεφτόμουν χθες πως όλο αυτό είναι too much για εμένα. Νιώθω πως δεν μπορώ πλέον να διαχειριστώ όλη αυτή την ευτυχία. Αισθάνομαι πως πνίγομαι. Θα ήθελα με τη νέα χρονιά, να μείνουμε για λίγο χώρια, να καταλάβω τι θέλω. Χρειάζομαι λίγο χρόνο μόνος μου. Καταλαβαίνεις;".
Το μόνο που του αποκρίθηκε εκείνη ήταν: "Όπως θες. Πάρε όσο χρόνο χρειάζεσαι".
Κι έτσι… 
Λίγο μετά το έμπα της νέας χρονιάς, αυτός γύρισε στο πατρικό του. Τρεις ολάκεροι μήνες περάσανε και απέφευγε να έρθει σε επικοινωνία μαζί της.
Μα επιτέλους, τι ήταν αυτό που φοβόταν; -ακόμα δεν το έχει καταλάβει.
Αρχές Απρίλη πια, όταν αποφάσισε να την πάρει τηλέφωνο.
Είχε τελικά καταλάβει το πόσο φτηνά της είχε φερθεί, είχε καταλάβει το πόσο ηλίθιος ήταν και το είχε μετανιώσει πικρά.
Και αποφάσισε όλα αυτά να της τα ομολογήσει.
Μα δεν μπορούσε να τη βρει πουθενά.
Το κινητό της μόνιμα απενεργοποιημένο* οι κοινοί τους φίλοι δεν είχαν ιδέα για το που θα μπορούσε να ήταν… Ή τουλάχιστον έτσι του έλεγαν.
Κάποτε, το πήρε απόφαση. Είχε κάνει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του κι έπρεπε να δεχθεί τις συνέπειες.
Σταμάτησε να την ψάχνει... 
Και για ένα μεγάλο διάστημα ήταν σαν ‘ζωντανός-νεκρός’. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα. Ούτε δουλειά, ούτε οικογένεια. Τίποτα απολύτως. Ώσπου ο χρόνος έκανε το θαύμα του. Ή μάλλον έτσι εκείνος νόμιζε. Κατάφερε τελικά να τη "διαγράψει" από το μυαλό του και απλά συνέχισε τη ζωή του...
Νόμιζε…

                              *****************************
 
Γιατί…
Όταν, πριν από λίγο είδε και πάλι αυτή τη φωτογραφία που είχαν οι δυο τους βγάλει εκείνο το καλοκαίρι στην Κέρκυρα, με φόντο το Ποντικονήσι, τα πάντα επέστρεψαν μεμιάς στο μυαλό του, τόσο καθαρά, τόσο κρυστάλλινα, σα να είχαν συμβεί μόλις χθες.
"Τι θα γίνει, θα φύγουμε καμιά φορά;". Η μάνα του είχε μπει στο υπνοδωμάτιο, θέλοντας να δει τι συνέβαινε και ο γιος της έκανε τόση ώρα για να πάρει ένα μπουφάν...
"Τώρα, έρχομαι. Έπεσαν κάτι πράγματα και...", είπε και πριν προλάβει να συνεχίσει, η φωνή της μάνας κάλυψε τη δική του: "Άντε τελείωνε, θ' αργήσουμε", τον ‘μάλωσε’ και γύρισε την πλάτη της για επιστρέψει στο χολ της εισόδου.
Κι αυτός…
"Όχι! Δε θ' αφήσω τον εαυτό μου να ξανακυλήσει. Αυτή η ιστορία έχει τελειώσει οριστικά για μένα", μονολόγησε και έσκισε με αποφασιστικότητα τη φωτογραφία, πετώντας στα σκουπίδια τα κομμάτια της. "Τελείωσε αυτή η ιστορία", είπε ξανά, σχεδόν το φώναξε αυτή τη φορά και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

                           *****************************

Με τη μητέρα του πήγαν εκεί που είχαν προγραμματίσει.
Η ίδια η ζωή -μπορεί η μοίρα- άλλα προγραμμάτιζε.
Ερήμην των δικών του -αίολων- αποφάσεων του.



Κι αυτό ήταν κάτι που θα επιβεβαιωνόταν πολύ σύντομα...