Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

Αγοράκι (θεατρικό έργο)

06/08/1945: 74 χρόνια μετά - πάντα- τραγικά επίκαιρη...

Νωρίς το πρωί της 6ης Αυγούστου 1945...

Ο Σμήναρχος Πόλ Τίμπετς εξαπολύει την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα...

Η ανθρωπότητα δε θα είναι ποτέ πια η ίδια...

Τα τελευταία 60 λεπτά πριν το τέλος του κόσμου, όπως μέχρι τότε τον γνωρίζαμε...

Ολόκληρο το έργο στο:
https://drive.google.com/open?id=1r2g6QkM5EYAFEB0QUs2cVgc3z39P1han

Μια ιστορία αγάπης…
ή μπορεί και μίσους…

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019

Loop




Πρωί... 
Ξυπνάς, χωρίς ιδιαίτερη διάθεση...
Άλλη μια βαρετή μέρα δουλειάς είναι μπροστά σου και σε περιμένει...
Φεύγεις... 
Με το αυτοκίνητο, με το ταξί, με το λεωφορείο, με τα πόδια, δεν έχει καμιά σημασία.
Φτάνεις αγχωμένος στη δουλειά.
Σε καλημερίζουν, όπως κάθε μέρα, τα ίδια πρόσωπα. Παραδομένα κι αυτά στη ρουτίνα τους...
Η δουλειά τελειώνει... 
Επιστρέφεις στο σπίτι, πτώμα από την κούραση... 
Κοιμάσαι...
Η επόμενη μέρα ξημερώνει...
Και πάλι πρέπει να ακολουθήσεις το ίδιο πρόγραμμα...
Η λούπα συνεχίζεται.
Μέχρι που έρχεται το Σάββατο. 
"Επιτέλους θα βγω!", σκέφτεσαι...
Βγαίνεις...
Περνάς καλά, άσχημα και πάλι δεν έχει σημασία... 
Αυτά που σε απασχολούν είναι πάντα εκεί, επίμονα, και δεν εννοούν να σε αφήσουν.
Η βραδιά τελειώνει...
Γυρνάς σπίτι σου...
Μια Κυριακή σου έχει μείνει για να ξεκουραστείς, αλλά δεν είναι και σίγουρο πως θα προλάβεις... Πρέπει να οργανώσεις ξανά την εβδομάδα σου.
Ξανά... Από την αρχή...
Και η ζωή συνεχίζεται...


***

"Κάθε μέρα το μυαλό μου είναι αλλού. Ξεχνάω πράγματα. Και να μην ξεχάσω κάτι, νομίζω ότι έχω ξεχάσει κάτι. Κάθε μέρα ζω μέσα στο άγχος και μέσα στη βαρεμάρα. Με ανθρωπάκια γύρω μου που βολεύονται με την καθημερινότητά τους, με τη ρουτίνα τους. Και ξεχνάνε τα όνειρά τους. Θέλω να είμαι δίπλα σε ανθρώπους που είναι δημιουργικοί, γεμάτοι όρεξη για τη ζωή, έτοιμοι να ρισκάρουν για αυτά που θέλουν. Ανθρώπους τολμηρούς και όχι κότες. Θέλω να προλάβω να δοκιμάσω, να απολαύσω, να γνωρίσω πράγματα. Και όλοι γύρω μου κοιμούνται".


Πόσοι δεν έχουμε σκεφτεί, ή ακόμα και πει, τις παραπάνω αράδες; Πόσοι δεν έχουμε νιώσει πνιγμένοι από τη ρουτίνα, απηυδισμένοι από την καθημερινότητα; 

ΟΚ λοιπόν, προφανώς το πρόβλημα το έχουμε εντοπίσει...
Αλλά τι κάνουμε για να το λύσουμε; 
Ή ακόμα καλύτερα, θέλουμε στ' αλήθεια να το λύσουμε;
Ή φοβόμαστε να "σπάσουμε" το ασφαλές περίβλημα της καθημερινότητάς μας;
Τρέμουμε να βγούμε από τη συνήθειά μας...
Και καταλήγουμε στο "Έλα μωρέ δε βαριέσαι, καλά είμαστε κι έτσι, που καιρός τώρα για αλλαγές...".
Και η ζωή συνεχίζεται...
Και αφήνουμε τους άλλους ν' αποφασίζουν για μας...
Να ορίζουν τους κανόνες για εμάς...
Πρέπει εκείνο, πρέπει το άλλο, έτσι είναι το σωστό και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά...
Κι αν επιλέξεις να μην μπεις στο καλούπι, γίνεσαι δακτυλοδεικτούμενος... Αξιοπερίεργο... 
Μέχρι που λογικά δε θ' αντέξεις... Θα λυγίσεις και θα υποταχθείς... 
Για να είσαι αποδεκτός από την κοινωνία... 
Η ζωή σου θα συνεχίζεται χωρίς εκπλήξεις και όταν προς το τέλος της θα κάνεις τον απολογισμό σου, θα καταλάβεις πως τελικά την έζησες, χωρίς να κάνεις αυτά που πραγματικά ήθελες (ελάχιστοι μπορούν να καυχηθούν κάτι τέτοιο). 
Συμβιβασμοί και ξανά μανά συμβιβασμοί... 
Γιατί;


***

"Όλοι γύρω μου κοιμούνται. Ό,τι τους λένε τα περιοδικά και τα κοινωνικά πρότυπα. Ψάχνουν τριγύρω τους να βρούνε ένα ταίρι για να περάσουν την άθλια ζωούλα τους. Δουλειά, αμάξι, γάμος, παιδιά και τέλος. Ζωές χαμένες! Πεταμένες! Εσείς φταίτε που είμαστε όπως είμαστε!".

Ναι, εμείς φταίμε που είμαστε όπως είμαστε! Ο καθένας μας ξεχωριστά.
Εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τις ζωές μας. 
Εμείς μπορούμε να τις αλλάξουμε, αν πραγματικά το θέλουμε! 
Να τις φέρουμε στα μέτρα μας.
Να βάζουμε στόχους και να τους πετυχαίνουμε.
Να κάνουμε όνειρα και να τα πραγματοποιούμε.
Να πάψει να μας απασχολεί το τι θα πει ο κόσμος.
Να μας ενδιαφέρει τι πραγματικά εμείς θέλουμε!
Εμείς και κανένας άλλος...

***

"Τίποτα φρέσκο! Τίποτα αληθινό! Γεύση μηδέν! Σάπια όλα. Καλά είμαι. Ναι, καλά είμαι".

Σε ρωτάνε πως είσαι, απαντάς καλά και δεν το πιστεύεις ούτε εσύ ο ίδιος...
Όλα για το φαίνεσθαι...
Την εικόνα...
Ουσία μηδέν!
Οι άλλοι γύρω σου, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, να μην καταλαβαίνουν. 
Να σου λένε κι από πάνω να μη μιλάς, να λες πάλι καλά, γιατί τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι και χειρότερα...
Να αποδεχθείς μια επίπλαστη κανονικότητα.
Ε όχι ρε φίλε, δε θα την αποδεχθώ! Δε θέλω να την αποδεχθώ! 
Να αλλάξω θέλω. Πρώτα εγώ και μετά και οι άλλοι.
Να βλέπω πρόσωπα ευτυχισμένα και όχι στα πρόθυρα της κατάθλιψης.
Ανθρώπους γεμάτους όνειρα! Χαρούμενους!
Όσο δύσκολη κι αν είναι πολλές φορές η πραγματικότητα...
Αλλά η ζωή δεν αφορά μόνο αυτήν.
Αφορά εμένα, εσένα, εμάς. Όλους μας.
Και αυτά που στ' αλήθεια θέλουμε.
Και τι θέλουμε; 
Να ερωτευτούμε! 
Να αγαπήσουμε!
Να ονειρευτούμε!
ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ!
Όπως εμείς θέλουμε...
Κι όλα τ' άλλα θα πάρουν το δρόμο τους... 

"First things first
I'ma say all the words inside my head
I'm fired up and tired of the way that things have been, oh ooh
The way that things have been, oh ooh
Second thing second
Don't you tell me what you think that I can be
I'm the one at the sail, I'm the master of my sea, oh ooh
The master of my sea, oh ooh"
(Από το τραγούδι της παράστασης, Imagine Dragons - Believer).
  
*** Το παραπάνω κείμενο εμπνεύστηκα με αφορμή την επερχόμενη (23, 28, 29 και 30 Ιουνίου στο θέατρο Φάμπρικα στο Γκάζι) παράσταση "Loop" της θεατρικής ομάδας Acting How?, στην οποία και θα συμμετάσχω.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Για πάντα...

Μια στιγμή μπορεί ν' αλλάξει τα πάντα...
...εκτός από τις αναμνήσεις μας!
"Βιάσου! Ο ήλιος έχει αρχίσει να δύει! Πρέπει ν' ανεβάσουμε το στρώμα πριν νυχτώσει...".

Η φωνή του Ιάσονα ξεχείλιζε αποφασιστικότητα. Το ήξερε καλά πως δεν είχαν πολύ χρόνο μπροστά τους για να μεταφέρουν το στρώμα στο διαμέρισμα.


Η Αριάδνη σήκωσε το στρώμα και το έσυρε έξω από το πορτ-μπαγκάζ. Ο Ιάσονας το έπιασε από την άλλη πλευρά και ξεκίνησαν να προχωρούν στο δρόμο...



*  

Ήταν μαζί εδώ και τρία χρόνια και είχαν αποφασίσει πως ήταν πια καιρός να προχωρήσουν τη σχέση τους στο επόμενο επίπεδο.

Θα έμεναν μαζί.

Ήδη είχαν τοποθετήσει τα περισσότερα έπιπλα, είχαν συνδέσει ηλεκτρικό και νερό και το στρώμα ήταν μια από τις τελευταίες λεπτομέρειες που απέμεναν γα να ξεκινήσουν την κοινή τους ζωή...

Αφού διέσχισαν τη μεγάλη λεωφόρο που βρισκόταν σχεδόν δίπλα στο σπίτι τους, δεν άργησαν να φτάσουν μπροστά στη μεγάλη σιδερένια πόρτα της εισόδου της πολυκατοικίας. Άνοιξαν και πολύ σύντομα βρίσκονταν μέσα στο διαμέρισμα.

Τοποθέτησαν το στρώμα, κάθισαν στο κρεβάτι και κοίταξαν ο ένας τον άλλον στα μάτια.

"Είσαι τόσο όμορφη", είπε ο Ιάσονας και της χάιδεψε τα μαλλιά. 

Η Αριάδνη χώθηκε στην αγκαλιά του και απάντησε χρησιμοποιώντας μόλις μια λέξη...

"Σ' αγαπώ!".

*

Οι μέρες περνούσαν γρήγορα.

Η συγκατοίκηση είχε ξεκινήσει με τους καλύτερους οιωνούς.

Κι όπως συμβαίνει πάντα στην κορύφωση μιας σχέσης, είχαν να θυμούνται μόνο όμορφες στιγμές. Πολλές απ' αυτές ταυτισμένες με το σπίτι τους, αυτό το σπίτι που με τόση αγάπη είχαν φτιάξει.

Και πάντα μ' εκείνο το στρώμα που πριν μερικούς μήνες είχαν κουβαλήσει...

Εκείνο το, φαινομενικά άψυχο, στρώμα έμοιαζε να έχει ξεχωριστό ρόλο στη ζωή τους.

Πόσα όνειρα δεν είχαν κάνει αγκαλιασμένοι πάνω του, πόσες μοναδικά ερωτικές νύχτες δεν είχαν περάσει, πόσες φορές γυρνώντας ξεθεωμένοι απ' τη δουλειά δεν είχαν σωριαστεί σε αυτό...

Κι εκείνο ποτέ δεν τους χάλαγε χατήρι. 

Θαρρείς κι είχαν γίνει ένα οι τρεις τους.

Όλα ήταν υπέροχα!

Μέχρι την ημέρα που έμελλε ν' αλλάξει τις ζωές τους για πάντα...

*

"Επιθετικής μορφής καρκίνος. Έχει δεν έχει δυο μήνες ζωής μπροστά της".

Τα λόγια του γιατρού, μαχαιριά στην καρδιά του Ιάσονα...

Μεμιάς ένιωσε όλα γύρω του να γκρεμίζονται.

Συζήτησαν μερόνυχτα ολάκερα με την Αριάδνη για το πως να το αντιμετωπίσουν.

Κι ήταν εκείνη που τελικά τον έπεισε, πως δεν επιθυμούσε να υποστεί το μαρτύριο μιας θεραπείας, που δε θα είχε κανένα απολύτως νόημα.

Αποφάσισαν να μείνει στο σπίτι τους για όσο διάστημα της απέμενε.

Ο Ιάσονας πήρε άδεια από τη δουλειά του, για να είναι συνέχεια δίπλα της.

Η Αριάδνη μόνιμα ξαπλωμένη στο κρεβάτι, στο ίδιο πάντα στρώμα επάνω, που λες και προσπαθούσε  ν' απαλύνει τον πόνο της...

Μερικές εβδομάδες μετά, η κατάσταση της είχε επιδεινωθεί δραματικά...

Ο Ιάσονας πάντα εκεί, να της φέρνει ό,τι χρειαζόταν και να της κρατά το χέρι.


* 

Εκείνο το βράδυ ένιωθε μέσα του πως κάτι θα συνέβαινε.

Η αναπνοή της Αριάδνης ήταν πιο αδύναμη απ' ότι συνήθως.

Την πήρε στην αγκαλιά του και, κλαίγοντας, κατάφερε να ψελλίσει...

"Μη μου φύγεις...".

Άξαφνα, ένιωσε λες και το στρώμα είχε γίνει πιο σκληρό, πιο αφιλόξενο.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η Αριάδνη ανάσανε βαθιά για μια τελευταία φορά κι ύστερα ξεψύχησε στα χέρια του...

Έμεινε για ώρα να την κρατά, με το σώμα του να τρέμει απ' τους σπασμούς που οι λυγμοί του προκαλούσαν...

*

Οι επόμενες μέρες πέρασαν βουβά.

Κι όταν μετά την κηδεία είχε γυρίσει στο -αλήθεια πόσο άδειο του φαινόταν πλέον χωρίς εκείνη- σπίτι και είχε προς την κρεβατοκάμαρα κατευθυνθεί, το βλέμμα του είχε πέσει αμέσως σ' εκείνο το στρώμα.

Η πλευρά της, ξεκάθαρα το είδε, είχε πάρει το σχήμα του κορμιού της...

Ναι, ήταν σίγουρος πως ήταν αλήθεια κι όχι κάποιο άσχημο παιχνίδι που του έπαιζε το μυαλό του.

Και τότε το αποφάσισε...

Ό,τι και να γινόταν, όσα χρόνια κι αν περνούσαν, αυτό το στρώμα ποτέ δε θα το πετούσε...

Σκέφτηκα να συνοδεύσω το παραπάνω διήγημα μ' ένα τραγούδι, 
που το βρίσκω, στ' αλήθεια, τόσο ταιριαστό με την ιστορία που περιγράφεται...

Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

Ένα κομμάτι από μένα...

Ένα απρόβλεπτο καλοκαιρινό διήγημα, για έναν ξεχασμένο (;) έρωτα 
...με σκηνικό την πανέμορφη Αμοργό...
Άρχισε με αργές βαριεστημένες κινήσεις να τακτοποιεί το δωμάτιο. Μπροστά του ένα σωρό πράγματα που έπρεπε να μπουν στη θέση τους.  Ανέβαλε εδώ και μέρες αυτή τη δουλειά, όμως πλέον είχε έρθει η στιγμή που έπρεπε να την κάνει. Ήταν μια μέρα που προμηνυόταν βαρετή.

Αλλά, ξαφνικά, καθώς μάζευε κάτι χαρτιά από το πάτωμα, την είδε!

Ήταν εκείνη η πέτρα σε σχήμα καρδιάς που είχαν βρεί πριν μερικά καλοκαίρια στην Αμοργό.

Την έπιασε και την κράτησε σφιχτά μέσα στις παλάμες του, κλείνοντας για λίγο τα μάτια. Είχε την ίδια αγριάδα, όπως και τότε. Τα μικρά λακάκια επάνω της, έκαναν ακόμα πιο έντονη την τραχιά αίσθηση πάνω στο δέρμα του, καθώς τη χάιδευε απαλά με τα δάχτυλά του.


*

Ήταν το πρώτο καλοκαίρι, τότε που γνωρίστηκαν στο πανέμορφο αυτό νησί των Κυκλάδων. Σε μια καλά κρυμμένη από τα μάτια του πολύ κόσμου παραλία την ανακάλυψαν. Βρισκόταν ακριβώς στο σημείο που η θάλασσα έσμιγε με τη στεριά - το κύμα την έγλειφε, τη στριφογύριζε, έπαιζε μαζί της, σέρνοντάς την άλλοτε με ρόχθο και άλλοτε γλυκά, σιωπηλά πάνω στα αμμοχάλικα.

Τους είχε κάνει εντύπωση το σχήμα της.

Άκου πέτρα - καρδιά!

Αποφάσισαν να την κρατήσουν, θεωρώντας σημαδιακό πως στο πρώτο τους κοινό καλοκαίρι τους είχε τύχει κάτι τέτοιο.

Χωρίς να το πολυσκεφτούν την είχαν και οι δυο μαζί κρατήσει στα χέρια τους και είχαν αμέσως μετά φιληθεί με πάθος...

Και τώρα που τα θυμήθηκε όλα αυτά, του φάνηκε σαν να θυμήθηκαν και τα χείλη του ξανά τη γεύση του φιλιού της. Τα έγλειψε αργά, με τα μάτια κλειστά, κι ύστερα, χαμογελώντας ασυναίσθητα, σκέφτηκε πως αν δάγκωνε απαλά την πέτρα, ίσως την ίδια γεύση να είχε.

«Παραλογίζεσαι», μονολόγησε, πασχίζοντας να επανέλθει στην πεζή πραγματικότητα.

Μάταια όμως. Σε λίγο έπιασε τον εαυτό να ταξιδεύει και πάλι νοερά στην Αμοργό και στο ίδιο εκείνο καλοκαίρι.

Σ’ εκείνη την απομακρυσμένη παραλία, που το μόνο που έσπαγε τη απόλυτη σιγή, ήταν ο ήχος του κύματος που έσκαγε στην ακτή.

Θυμήθηκε που αγκαλιασμένοι κοίταζαν τον ορίζοντα, μέχρι εκεί που χανόταν και ένιωθαν λες κι ο χρόνος είχε σταματήσει για λίγο. Λες και για μια στιγμή ήταν μόνο εκείνοι οι δύο πάνω στη γη!

Είχαν συμφωνήσει, έτσι σαν παιχνίδι, να μυρίσουν την πέτρα, για να δουν τι μυρωδιά θα μπορούσε να έχει ένα άψυχο αντικείμενο.  Πίστευαν πως δεν θα μπορούσε ποτέ μια πέτρα, έστω και σε σχήμα καρδιάς, να είχε την οποιαδήποτε μυρωδιά.

Πόσο είχαν πέσει έξω!

Γιατί η φαινομένικα ψυχρή πέτρα, αποδείχτηκε πως είχε ένα πολύ ξεχωριστό άρωμα.

Ανάβλυζε μια έντονη μυρωδιά αρμύρας, που όμως κάθε άλλο παρά ενοχλητική ήταν. Σαν το νερό και τ’ αλάτι, που όλα αυτά τα χρόνια την είχαν ποτίσει με το άρωμά τους, να είχαν συμφωνήσει να τη μοιραστούν ισόποσα.

«Άραγε να μυρίζει ακόμη έτσι;», αναρωτήθηκε σχεδόν φωναχτά.

Την έφερε κάτω από τη μύτη του.

Και ένιωσε το ίδιο όπως και τότε!

Η ίδια εκείνη η μυρωδιά της αρμύρας, ήταν ακόμα ποτισμένη επάνω στην πετρούλα.

Του φάνηκε πραγματικά απίστευτο, πως, μετά από τόσο καιρό, ήταν ακόμα σα να την είχε βρει χθες...

*

Για λίγο δεν τον ενδιέφερε πλέον να συνεχίσει το συμμάζεμα. Ήθελε για μερικά λεπτά να μείνει με τις σκέψεις του, με τις αναμνήσεις του.

Να ξαναφέρει στο νου του τις πρώτες εκείνες στιγμές με τη γυναίκα που έμελλε ν’ αποδειχθεί το άλλο του μισό...

Και τη μικρή αυτή πετρούλα, σε σχήμα καρδιάς, που η απωθητική ρουτίνα της καθημερινότητας, τον είχε κάνει να την ξεχάσει.

Την είχε παραπετάξει σ’ εκείνο το βοηθητικό δωμάτιο του σπιτιού κι ύστερα κι άλλα πράγματα που την είχαν σκεπάσει.

Και κάπως έτσι την είχε λησμονήσει.

Είχε ξεχάσει ακόμη και την ίδια την ύπαρξή της.

Η αλήθεια είναι πως μετά το χωρισμό τους, είχε διαγράψει από τη μνήμη του, οτιδήποτε είχε να κάνει μαζί της.  Τον πόναγε πολύ αυτή η ιστορία, τον πλήγωνε που είχε χάσει την αδελφή ψυχή του...

*

Υπήρχε όμως και μια ακόμα τελευταία ανάμνηση που ξεπήδησε μέσα από το μυαλό του.

Την ίδια πάλι εκείνη μέρα, στην ίδια παραλία.

Είχε φέρει δίπλα στο αυτί του την πέτρα, λες και περίμενε πως κάποιος ήχος θα έβγαινε από μέσα της.

Εκείνη είχε σκύψει από πάνω του και του είχε ψιθυρίσει:

«Σ’ αγαπώ!».

Ασυναίσθητα έφερε ξανά τώρα την πέτρα δίπλα στο αυτί του...

«Σ’ αγαπώ!», τον ίδιο ψίθυρο άκουσε και πάλι...

Γύρισε ξαφνιασμένος.

Την είδε να στέκεται απέναντί του, χαμογελώντας.

Αγκαλιάστηκαν σφιχτά κι ύστερα κράτησαν για μια φορά ακόμη μαζί την πέτρα.

«Είναι πια ένα κομμάτι από μένα», της είπε.

«Είναι ένα κομμάτι από εμάς», του αποκρίθηκε.

Φιλήθηκαν με πάθος.

"Ανάμεσα στα όνειρα σπαράζει η ζωή μας,
ανάμεσα στα όστρακα παφλάζει η καρδιά μας...".
(Από το τραγούδι "Άγιος ο έρωτας",
Μουσική: Γιώργος Ανδρέου, Στίχοι: Διονύσης Καρατζάς). 



Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

Παύλος Γιαννακόπουλος: Ο τελευταίος των ρομαντικών...

4 Μαΐου 2007, ΟΑΚΑ, Φάιναλ Φορ Ευρωλίγκα.

Ο Παύλος Γιαννακόπουλος, με τους παίκτες και το τεχνικό επιτελείο του Παναθηναϊκού, κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών για την κατάκτηση της Ευρωλίγκας, το 2007, στο ΟΑΚΑ.
Ο Παναθηναϊκός ετοιμάζεται να ράψει το 4ο αστέρι στη φανέλα του και έχω τη μεγάλη τύχη να βρίσκομαι μέσα στο γήπεδο και μάλιστα σε προνομιακή θέση.
Ο ημιτελικός εξελίσσεται ιδανικά για τους "πράσινους" που καταφέρνουν να επικρατήσουν της αντιπάλου τους, Ταού Κεράμικα, με 67-53 και να πάρουν το εισιτήριο για τον τελικό (όπου μετά από δύο μέρες (6/5/2007), θα κέρδιζαν και την ΤΣΣΚΑ Μόσχας με 93-91, σηκώνοντας το ευρωπαϊκό τρόπαιο για 4η φορά στην ιστορία τους).

Στο ημίχρονο του αγώνα κι ενώ κατευθύνομαι προς το κυλικείο συναντώ (για πρώτη και -δυστυχώς- μοναδική φορά από κοντά) τον Παύλο Γιαννακόπουλο. Αν και ο Παναθηναϊκός τα είχε πάει μέχρι τότε περίφημα, εκείνος έδειχνε ιδιαίτερα αγχωμένος...
Τον χαιρετώ και με εμφανές το τρακ στη φωνή μου του λέω: "Πρόεδρε, όλα δείχνουν πως η ομάδα πάει φουλ για τον τελικό και το 4ο ευρωπαϊκό". 
Μου απαντά: "Ναι, αλλά έχω πρόβλημα...".
Απορημένος τον ξαναρωτώ, αυτή τη φορά αν έχει γίνει κάτι...
Και μου αποκρίνεται: "Ξέρεις πόσοι έχουν μείνει σήμερα εκτός γηπέδου; Και στον τελικό θα είναι ακόμα περισσότεροι... Πρέπει να βρω μια λύση, να μη μείνει ούτε ένα απ' τα παιδιά έξω από το ΟΑΚΑ... Αλλά πως να χωρέσουν όλοι;".
Θυμάμαι πως το μόνο που είχα καταφέρει να ψελλίσω, ήταν κάτι του στυλ: "Όλα θα πάνε καλά, θα βρείτε κάποιο τρόπο Πρόεδρε", πριν του ευχηθώ καλή επιτυχία και τον χαιρετήσω...

Ο Παύλος Γιαννακόπουλος, με το γιο του Δημήτρη, νυν διοικητικό ηγέτη της ΚΑΕ και του Ερασιτέχνη Παναθηναϊκού.
Αυτός ήταν ο Παύλος Γιαννακόπουλος! 
Ποτέ του δεν ήθελε να αφήνει κανέναν παραπονεμένο...
Ο αγαπημένος "Παύλος" των οπαδών του Παναθηναϊκού, ένας πάνω απ' όλα εξαίρετος άνθρωπος, ένας τεράστιος παράγοντας, μία μεγάλη μορφή που θα μείνει για πάντα χαραγμένη ανεξίτηλα στην ιστορία όχι μόνο του Παναθηναϊκού, αλλά και ολάκερου του ελληνικού (και όχι μόνο) αθλητισμού. 

Όπως προανέφερα, δεν είχα την τύχη να τον ξανασυναντήσω ποτέ από κοντά... 
Τον καιρό που δούλευα στον Τύπο όμως, μου είχε κάνει εντύπωση το πόσο απλός ήταν σε όλα του ο Παύλος Γιαννακόπουλος. Πάντα πρόθυμος να βοηθήσει και να δώσει συνεντεύξεις, ακόμα και σε δημοσιογράφους που έκαναν εκείνο τον καιρό τα πρώτα τους βήματα στο χώρο... 

Ο Παύλος Γιαννακόπουλος, ήταν ίσως ο τελευταίος μιας γενιάς παραγόντων που πάνω απ' όλα έβαζαν την αγάπη για την ομάδα, για τη φανέλα. Που μπορούσαν να δώσουν ακόμη και την ψυχή τους γι' αυτήν... Ήταν ο τελευταίος των ρομαντικών...

Ο Παύλος Γιαννακόπουλος, με τον Δημήτρη Διαμαντίδη, γιορτάζουν το triple crown (Πρωτάθλημα, Κύπελλο, Ευρωλίγκα) του Παναθηναϊκού, το 2007.
Έχουν γραφτεί πολλά και θα γραφτούν ακόμη περισσότερα για τον Παύλο Γιαννακόπουλο και σίγουρα από πιο κατάλληλους από εμένα, που τον είχαν ζήσει από κοντά για χρόνια και έχουν δεκάδες ιστορίες να αφηγηθούν, τόσο από τον Παναθηναϊκό, όσο και από την εταιρεία του τη ΒΙΑΝΕΞ, την οποία μαζί με τ' αδέλφια του γιγάντωσαν... 

Το μέγεθος του ανδρός δεν επιτρέπει κάτι λιγότερο...

Κλείνοντας αυτό τον μικρό φόρο τιμής, που αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω για τον αγαπημένο "Παύλο" όλων των Παναθηναϊκών (και όχι μόνο αυτών), θα ήθελα να καταθέσω μόνο τούτη εδώ την πεποίθησή: Είμαι σίγουρος πως ο Παύλος Γιαννακόπουλος θα συνεχίσει από εκεί ψηλά να βρίσκεται πάντα κοντά στον Παναθηναϊκό του, να τον οδηγεί και να τον προστατεύει. Κάθε νίκη κάθε επιτυχία του "τριφυλλιού" θα τον κάνει περήφανο...

Αντίο λοιπόν Παύλο Γιαννακόπουλε!
Αντίο Πρόεδρε!
Δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ!

Ο Παύλος Γιαννακόπουλος, με τον αδελφό του Θανάση, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση ενός ακόμη ευρωπαϊκού τροπαίου...

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: Κάτι παραπάνω από ένας απλός δημιουργός…



Και τα παρτάλια οι σκέψεις μας,
πειρατική σημαία.
Όλα στραβά γινήκανε
και όλα είν’ ωραία.
(Θανάσης Παπακωνσταντίνου-Σιμούν, από το δίσκο «Ελάχιστος Εαυτός»)




Ήταν εκεί γύρω στα 22 μου, όταν για πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με τον μαγικό κόσμο του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Θυμάμαι, μου είχε δώσει η αδελφή μου ν’ ακούσω ένα CD με επιλογές εντέχνων τραγουδιών και μέσα σε αυτές υπήρχαν κάποια από τα σημαντικότερα του Θανάση (Πεχλιβάνης, Όταν χαράζει, Αποσπερίτης κλπ.).
Με το πρώτο άκουσμα έπαθα σοκ! Αριστουργηματική μουσική, στίχοι στα όρια (ή και παραπάνω) της ποίησης, γενικότερα μια μοναδική εμπειρία. Μια μέθεξη, όπως συνηθίζει να λέει και ο Θανάσης στις συναυλίες του.
Φυσικά, άμεσα εντρύφησα στο σύνολο του έργου του. Κάθε τραγούδι και μια νέα αποκάλυψη, είτε με τη φωνή του ίδιου του Θανάση, είτε με άλλων καταξιωμένων ερμηνευτών (Μελίνα Κανά, Σωκράτης Μάλαμας κλπ.).
Κι ύστερα ήρθαν οι συναυλίες…
Δε θα μπω στη διαδικασία να περιγράψω τι σημαίνει μια συναυλία του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Όσοι έχουμε πάει γνωρίζουμε καλά πως πρόκειται για κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια… Απλά πρέπει να το ζήσεις!

Γεννιέται ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο
Η αγάπη πόλεμος, πόρτα που ανοίγει
Μέσα στα σπλάχνα σταλάζει λίγο φως
Είναι φεγγίτες τα σώματα που σμίγουν.
(Σωκράτης Μάλαμας-Ηλιόπετρα, από το δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου, «Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου»)


Τι είναι όμως αυτό που κάνει έναν καλλιτέχνη -στην περίπτωσή μας το Θανάση- να ξεχωρίζει; Αν και δεν θεωρώ τον εαυτό μου ειδικό, θα προσπαθήσω να δώσω δυο-τρεις απαντήσεις…

1. Να μπορεί ανά πάσα στιγμή να πιάνει τον παλμό της επικαιρότητας, γιατί έτσι τα τραγούδια του θα αφορούν περισσότερους.
Για να μη μακρηγορήσω, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα γι’ αυτό είναι το τραγούδι «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ» από το δίσκο «Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου». Μια ασύλληπτης έμπνευσης δημιουργία του Θανάση, που αναφέρεται στο προσφυγικό ζήτημα, που το 2014 που κυκλοφόρησε ο συγκεκριμένος δίσκος, είχε αρχίσει να γιγαντώνεται.


2. Να μη φοβάται να πειραματιστεί.
Όσο κι αν μας αρέσουν τα πιο γραμμικής σύλληψης τραγούδια, εντούτοις πολλές φορές οι πειραματισμοί έχουν ως αποτέλεσμα πραγματικά διαμάντια. Ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα του Θανάση σε αυτό το επίπεδο, αποτελεί το μοναδικό «Ήμερος ύπνος» από το δίσκο «Βραχνός Προφήτης». Εδώ ο Θανάσης «παίζει» με τα μουσικά όργανα, αλλά και δίνει ένα εξαίρετο παράδειγμα συνδυασμού ποίησης και μουσικής (Οι στίχοι είναι σε ποίηση του Χρήστου Μπράβου).


3. Να μπορεί να επικοινωνεί με το κοινό, τόσο μέσω των τραγουδιών του, όσο και με τη γενικότερη παρουσία του στις ζωντανές του εμφανίσεις.
Είπαμε πριν για τη μοναδικότητα της κάθε συναυλίας του Θανάση. Έχοντας βιώσει αυτό το συναίσθημα αρκετές, μέχρι σήμερα, φορές, είμαι σε θέση να πω πως σπάνια έχω συναντήσει σε καλλιτέχνη τέτοια σύνδεση με το κοινό.
Χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές, ίσως και χωρίς καν το προσπαθήσει, ο Θανάσης από την πρώτη νότα κάθε τραγουδιού, «παίρνει» μαζί του το κοινό και δεν το αφήνει να κοιτάξει ξανά πίσω. Είμαι σίγουρος πως και 10 ώρες σερί να τραγούδαγε, ο κόσμος θα παρέμενε εκεί μαγεμένος και θα ήθελε κι άλλο!

Τράβηξα δειλά-δειλά
της κερκόπορτας το σύρτη
και πήραν φωτιά τα μάτια μου
μάγκα μου απ’ όσα είδα.
(Γιώργος Μιχαήλ-Όνειρο, από το δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου «Αγία Νοσταλγία»)




Αντί επιλόγου και με την ευκαιρία της πολυαναμενόμενης συναυλίας του Θανάση (την πρώτη μετά από σχεδόν δυο χρόνια αποχής), με τον επίσης αγαπημένο Σωκράτη Μάλαμα, το προσεχές Σάββατο 9 Ιουνίου στην Πλατεία Νερού στο Φάληρο (ήδη sold out, έχει ανακοινωθεί και δεύτερη στο ίδιο μέρος, την Παρασκευή 15/6), μόνο μερικοί ακόμη από τους τόσο υπέροχους στίχους του:

Στου δειλινού την άκρη δεν βλέπεις όνειρα·
αυτά που γίναν βλέπεις και τα επόμενα.
Βλέπεις τον άνθρωπο μικρό που τον πατάν στ’ αλήθεια
τα πόδια του τα ίδια.
(Σωκράτης Μάλαμας-Διάφανος, από το δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου, «Διάφανος»)


Ραντεβού στην Πλατεία Νερού!
Ή όπως μας είπαν οι δυο δημιουργοί, ανακοινώνοντας την καλοκαιρινή τους περιοδεία: Σε πλατείες, θέατρα, παραλίες, βουνά και όπου αλλού της γης!



* Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευθεί και στην ιστοσελίδα http://femmebistrot.gr/

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

"Αίολες αποφάσεις..."

Ένα μικρό απόσπασμα από ένα, ανέκδοτο ακόμη, μυθιστόρημα...

"Παίρνω το μπουφάν μου και φύγαμε", είπε και προχώρησε προς το υπνοδωμάτιο. Έφτασε μπροστά στη ντουλάπα και την άνοιξε. Με μια άτσαλη κίνηση προσπάθησε να τραβήξει το μπουφάν, που βρισκόταν διπλωμένο στο πάνω ράφι. Δεν υπολόγισε όμως το κουτί που βρισκόταν ακριβώς από πάνω του, το οποίο με μιας βρέθηκε στο πάτωμα, κάνοντας έναν εκκωφαντικό κρότο...
"Γαμώ τη γκαντεμιά μου" μουρμούρισε κι έσκυψε να μαζέψει το περιεχόμενο του κουτιού, που ήταν σκορπισμένο παντού. Και τότε, μέσα στα διάφορα, χαρτιά, cd, αναπτήρες και άλλα άχρηστα πλέον αντικείμενα, είδε τη φωτογραφία...
Για λίγο τα έχασε. Ένιωσε να ζαλίζεται κι έκατσε πάνω στο κρεβάτι, προσπαθώντας να ηρεμήσει και να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις του...
Την είχε ξεχάσει εντελώς εκείνη τη φωτογραφία. Γενικότερα είχε σβήσει, μετά από πολύ προσπάθεια είναι η αλήθεια, από τη μνήμη του, όλη εκείνη την περίοδο. Όμως μια στιγμή αρκεί για να επαναφέρει στην επιφάνεια μνήμες που θαρρούσες πως θα έμεναν για πάντα κρυμμένες...
Τα πάντα είχαν ξεκινήσει, αρκετά καλοκαίρια πριν, όταν είχε βρεθεί για διακοπές στην Κέρκυρα. Ναι εκεί την είχε γνωρίσει. Παραθέριζαν στο ίδιο χωριό. Και είχαν ταιριάξει αμέσως! Κοινά ενδιαφέροντα, κοινές απόψεις, κοινά σχεδόν όλα. Το ίδιο εκείνο βράδυ, το πρώτο της γνωριμίας τους, είχαν βρεθεί για ποτό στην παραλία του Λογγά -μέρος με άγρια ομορφιά και ανεπανάληπτη θέα.
Κουβέντιασαν με τις ώρες. Κι όσο μιλούσαν τόσο περισσότερο χανόταν μέσα στα μάτια της. Μέχρι που κάποια στιγμή έπαψε να έχει την αίσθηση του χρόνου. Δεν είχε πλέον για εκείνον σημασία το τι έλεγαν. Απλά την κοιτούσε, τη χάζευε και χαμογελούσε αμήχανα. 
Σύντομα, εκείνη το αντιλήφθηκε. Και τον ρώτησε: "Σου συμβαίνει κάτι; Νιώθω ότι κάπου ταξιδεύεις...".
Δεν είχε καλά καλά ολοκληρώσει τη φράση της όταν εκείνος την άρπαξε και τη φίλησε. Ένα φιλί παθιασμένο, ξεχωριστά ερωτικό. Ένα φιλί που κράτησε λίγες μόνο στιγμές, αλλά ήταν σα να διήρκεσε ώρες ολόκληρες...
Μετά, δε χρειάστηκε να πουν κάτι. Κούρνιασαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κι απόμειναν να κοιτάζουν σιωπηλοί το φεγγάρι που είχε θρονιαστεί, λες, στην κορυφογραμμή του ορίζοντα.
Όταν πια πήραν το δρόμο του γυρισμού, της είπε, μπαίνοντας στο αυτοκίνητο: "Δεν έχω ξανανιώσει πότε στη ζωή μου έτσι. Ήθελα να σε φιλήσω από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν τα βλέμματά μας. Σα να με χτύπησε κεραυνός!". Κι εκείνη του αποκρίθηκε: "Εγώ πάλι νόμιζα πως δε θα συνέβαινε ποτέ κάτι μεταξύ μας! Ένιωσα ακριβώς το ίδιο από την πρώτη στιγμή που σε είδα, αλλά μέχρι τι στιγμή που με φίλησες νόμιζα πως με έβλεπες φιλικά". Ξαναφιλήθηκαν και ο χρόνος και πάλι λες και σταμάτησε...
Μετά είχε βάλει μπρος τη μηχανή και είχε ανοίξει το ραδιόφωνο.
Οι στίχοι του τραγουδιού που έπαιζε, τους έκαναν ασυναίσθητα να χαμογελάσουν. Ήταν το ‘Σε θέλω’ του Βαγγέλη Γερμανού.

"Ξανά είχα αγαπήσει κι αρρώστησα καιρό
μα τούτο είναι φρενίτιδα και πάθος φοβερό"


                          *****************************


Ναι, φρενίτιδα και πάθος φοβερό ήταν στην κυριολεξία αυτός ο έρωτας -θυμάται τώρα.
Το υπόλοιπο καλοκαίρι -κι αυτό τώρα το θυμήθηκε- πέρασε με τους δυο τους να μην ξεκολλούν ο ένας από τον άλλον... Ήταν υπέροχες στιγμές, μα την αλήθεια...
Κι έπειτα….
Έφτασε κάποτε ο καιρός της επιστροφής στη ρουτίνα της πολύβουης Αθήνας. Όμως, αυτό δεν επηρέασε στο ελάχιστο τη σχέση τους. Όλα ήταν υπέροχα.
Ώσπου…
Παραμονή Πρωτοχρονιάς ήταν κι ετοιμάζονταν να πάνε ν' αλλάξουν το χρόνο με κάτι φίλους. Λίγο πριν φύγουν, εκείνος, χωρίς η αλήθεια είναι να το σκεφτεί και πολύ, της το πέταξε: "Ξέρεις, σκεφτόμουν χθες πως όλο αυτό είναι too much για εμένα. Νιώθω πως δεν μπορώ πλέον να διαχειριστώ όλη αυτή την ευτυχία. Αισθάνομαι πως πνίγομαι. Θα ήθελα με τη νέα χρονιά, να μείνουμε για λίγο χώρια, να καταλάβω τι θέλω. Χρειάζομαι λίγο χρόνο μόνος μου. Καταλαβαίνεις;".
Το μόνο που του αποκρίθηκε εκείνη ήταν: "Όπως θες. Πάρε όσο χρόνο χρειάζεσαι".
Κι έτσι… 
Λίγο μετά το έμπα της νέας χρονιάς, αυτός γύρισε στο πατρικό του. Τρεις ολάκεροι μήνες περάσανε και απέφευγε να έρθει σε επικοινωνία μαζί της.
Μα επιτέλους, τι ήταν αυτό που φοβόταν; -ακόμα δεν το έχει καταλάβει.
Αρχές Απρίλη πια, όταν αποφάσισε να την πάρει τηλέφωνο.
Είχε τελικά καταλάβει το πόσο φτηνά της είχε φερθεί, είχε καταλάβει το πόσο ηλίθιος ήταν και το είχε μετανιώσει πικρά.
Και αποφάσισε όλα αυτά να της τα ομολογήσει.
Μα δεν μπορούσε να τη βρει πουθενά.
Το κινητό της μόνιμα απενεργοποιημένο* οι κοινοί τους φίλοι δεν είχαν ιδέα για το που θα μπορούσε να ήταν… Ή τουλάχιστον έτσι του έλεγαν.
Κάποτε, το πήρε απόφαση. Είχε κάνει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του κι έπρεπε να δεχθεί τις συνέπειες.
Σταμάτησε να την ψάχνει... 
Και για ένα μεγάλο διάστημα ήταν σαν ‘ζωντανός-νεκρός’. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα. Ούτε δουλειά, ούτε οικογένεια. Τίποτα απολύτως. Ώσπου ο χρόνος έκανε το θαύμα του. Ή μάλλον έτσι εκείνος νόμιζε. Κατάφερε τελικά να τη "διαγράψει" από το μυαλό του και απλά συνέχισε τη ζωή του...
Νόμιζε…

                              *****************************
 
Γιατί…
Όταν, πριν από λίγο είδε και πάλι αυτή τη φωτογραφία που είχαν οι δυο τους βγάλει εκείνο το καλοκαίρι στην Κέρκυρα, με φόντο το Ποντικονήσι, τα πάντα επέστρεψαν μεμιάς στο μυαλό του, τόσο καθαρά, τόσο κρυστάλλινα, σα να είχαν συμβεί μόλις χθες.
"Τι θα γίνει, θα φύγουμε καμιά φορά;". Η μάνα του είχε μπει στο υπνοδωμάτιο, θέλοντας να δει τι συνέβαινε και ο γιος της έκανε τόση ώρα για να πάρει ένα μπουφάν...
"Τώρα, έρχομαι. Έπεσαν κάτι πράγματα και...", είπε και πριν προλάβει να συνεχίσει, η φωνή της μάνας κάλυψε τη δική του: "Άντε τελείωνε, θ' αργήσουμε", τον ‘μάλωσε’ και γύρισε την πλάτη της για επιστρέψει στο χολ της εισόδου.
Κι αυτός…
"Όχι! Δε θ' αφήσω τον εαυτό μου να ξανακυλήσει. Αυτή η ιστορία έχει τελειώσει οριστικά για μένα", μονολόγησε και έσκισε με αποφασιστικότητα τη φωτογραφία, πετώντας στα σκουπίδια τα κομμάτια της. "Τελείωσε αυτή η ιστορία", είπε ξανά, σχεδόν το φώναξε αυτή τη φορά και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

                           *****************************

Με τη μητέρα του πήγαν εκεί που είχαν προγραμματίσει.
Η ίδια η ζωή -μπορεί η μοίρα- άλλα προγραμμάτιζε.
Ερήμην των δικών του -αίολων- αποφάσεων του.



Κι αυτό ήταν κάτι που θα επιβεβαιωνόταν πολύ σύντομα...